Διαμαντής Λ. Μισιτζής

Τραυματισμοί καμπτήρων τενόντων

Η κάμψη και η έκταση των δακτύλων επιτυγχάνεται με τους καμπτήρες και τους εκτείνοντες μύς, που βρίσκονται στο αντιβράχιο. Οι μύες αυτοί έχουν την ικανότητα να κινούν τα δάκτυλα διαμέσου ενός “κορδονιού” που καλείται τένοντας και ενώνει το μυ με το οστούν, στο οποίο εξαντλεί την δράση του. Καθώς το χέρι είναι το πλέον εκτεθειμένο τμήμα του ανθρώπινου σώματος, υπόκειται συχνά σε τραυματισμούς, που έχουν σαν αποτέλεσμα τον τραυματισμό και των τενόντων που είναι από τα πλέον ευπαθή ανατομικά στοιχεία. Οι καμπτήρες τένοντες σε αντίθεση με τους εκτείνοντες εμφανίζουν ιδιαίτερη ανατομική σχέση με τους παρευρισκόμενους ιστούς και η αποκατάσταση της συνέχειας παρουσιάζει δυσκολίες. Οι τένοντες των καμπτήρων μυών που καταλήγουν στα δάκτυλα και στον αντίχειρα αρχίζουν περίπου στη μεσότητα του πήχεως. Ο αντίχειρας έχει έναν μακρύ καμπτήρα μυ, ενώ κάθε ένα από τα άλλα δάκτυλα από δύο. Ο πρώτος καλείται επιπολής καμπτήρας, καταφύεται στην παλαμιαία επιφάνεια της μέσης φάλαγγος του δαχτύλου και κάμπτει την πρώτη και την μεσαία φάλαγγα των δακτύλων. Ο δεύτερος καλείται εν τω  βαθεί καμπτήρας, καταφύεται παλαμιαία στην τελική (ονυχοφόρο) φάλαγγα και κάμπτει και τις τρεις αρθρώσεις του δακτύλου. Τραυματισμοί με τέμνοντα όργανα στην παλάμη, στον καρπό ή στα δάκτυλα, μπορούν να διακόψουν την συνέχεια των τενόντων και των παρακείμενων νεύρων και αγγείων. Όταν ένας καμπτήρας τένοντας κοπεί, δρά όπως το “λάστιχο” και τα κομμένα άκρα απομακρύνονται το ένα από το άλλο. Σε περιπτώσεις που οι τραυματισμοί γίνονται με την παλάμη και τα δάκτυλα κλειστά, όταν κρατάμε πχ ένα μαχαίρι, γυαλί κ.λ.π., τα κομμένα άκρα του τένοντος, απομακρύνονται ακόμη περισσότερο όταν τα δάκτυλα τεντωθούν. Ένας τένοντας, όταν δεν έχει πλήρως κοπεί μπορεί να επιτρέπει στο δάκτυλο να κάμπτεται, αλλά προκαλεί πόνο. Ενώ αντίθετα σε πλήρη διατομή το δάκτυλο δεν μπορεί να κάνει ενεργητική κάμψη.

Μέχρι την δεκαετία του 1970, για άμεση αποκατάσταση των τενόντων δεν ήταν δημοφιλής μεταξύ των ιατρών. Αυτό ήταν αποτέλεσμα ανάπτυξης μετεγχειρητικών συμφύσεων, δυσκαμψίας των αρθρώσεων, που οδηγούσαν τελικά σε πτωχό λειτουργικό αποτέλεσμα. Κατά την τελευταία όμως εικοσαετία, η καλύτερη και βαθύτερη κατανόηση της ανατομικής και φυσιοπαθολογίας των τενόντων καθώς και της διαδικασίας επουλώσεως επέβαλε την άμεση συρραφή ως την πλέον επωφελή για τον τραυματία.

Επούλωση Τενόντων
Οι τένοντες αποτελούνται από ζώντα κύτταρα και συνδετικό ιστό. Η επούλωση των τενόντων αρχίζει από την ημέρα που τα αποκοπέντα άκρα έρθουν σε επαφή και τούτο επιτυγχάνεται μόνο χειρουργικά. Κατά την πρώτη εβδομάδα χαλαρός ινοβλαστικός ιστός εμφανίζεται στο σημείο της συρραφής. Κατά την δεύτερη εβδομάδα έχουμε την ανάπτυξη τενόντιων κυττάρων στην περιοχή. Την τρίτη εβδομάδα αντικαθίστανται ινοβλαστικός ιστός από τις τενόντιες ίνες και συνδετικό ιστό. Η χρονική περίοδος μεταξύ 2ης και 3ης εβδομάδας είναι πλέον κρίσιμη, καθώς η όλη επιτελούμενη διεργασία μειώνει την αντοχή της συρραφής, με αποτέλεσμα τον αυξημένο κίνδυνο της ρίξης. Τέλος την 4η εβδομάδα, επέρχεται ομαλοποίηση της συρραφής, που αποκτά την απαιτούμενη σταθερότητα για την έναρξη της κινητοποιήσεως. Το ύψος της διατομής καθορίζει την τεχνική της συρραφής. Ταυτόχρονα με την συρραφή του τένοντα, πρέπει να αποκαθιστώνται και όλα τα άλλα ανατομικά μόρια που έχουν τραυματιστεί (νεύρα, αγγεία, κλπ). Μετεγχειρητικά, ανάλογα με τον τύπο τραυματισμού, το χέρι χρειάζεται είτε πλήρη ακινητοποίηση, είτε ειδικό πρόγραμμα ελεγχόμενης κινήσεως των δακτύλων για μία περίοδο 3 έως 4 εβδομάδων. Μετά τις 4-6 εβδομάδες, επιτρέπεται μεγαλύτερη κινητοποίηση των δακτύλων, ενώ μετά τους 2-3 μήνες επιτρέπεται η ελεύθερη χρησιμοποίηση του χεριού. Ενίοτε πλήρης αποκατάσταση του τραυματισμένου χεριού είναι δυνατόν να μην επιτευχθεί. Αδυναμία ενεργητικής κάμψεως των δακτύλων σημαίνει ότι ο τένοντας έχει δημιουργήσει συμφύσειςς με τους γύρω ιστούς, πράγμα που είναι μέσα στην φυσιολογική διαδικασία επουλώσεως ή ότι έχει αποκοληθεί στο σημείο συρραφής. Ανάλογα με τον τύπο του τραυματισμού, ο γιατρός σας είναι δυνατόν να συστήσει φυσιοθεραπευτική αγωγή ώστε να επιτευχθεί λύση των συμφύσεων ή ακόμα και χειρουργική επέμβαση που έχει στόχο την αφαίρεση των συμφύσεων. Στις περιπτώσεις που παρουσιάζεται ρήξη της συρραφής, η εκ νέου χειρουργική αποκατάσταση κρίνεται αναγκαία.

Φυσιοθεραπευτική αγωγή
Η στενή συνεργασία χειρουργού – φυσιοθεραπευτή – ασθενούς είναι απαραίτητος για την αποκατάσταση της βλάβης. Η εφαρμογή, αυστηρά, ειδικών ασκήσεων, θα αποτρέψει το σχηματισμό συμφύσεων χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη διαδικασία επουλώσεως. Ακόμη και στις περιπτώσεις όπου οι συμφύσεις έχουν εμφανιστεί, η κατάλληλη φυσιοθεραπευτική αγωγή είναι δυνατόν να βοηθήσει στην λύση τους. Συμπερασματικά, η χειρουργική των καμπτήρων τενόντων είναι απαιτητική και το καλό τελικό αποτέλεσμα είναι συνάρτηση πολλών προβλέψιμων ή απρόβλεπτων συνθηκών.

Exit mobile version